Home   Παραμύθια   Η Φλυαρούπολη

Η Φλυαρούπολη

Μια φορά κι έναν καιρό, την χώρα των ήχων, των φθόγγων, τον συμβόλων, την χώρα των ρημάτων, των ουσιαστικών, των προθέσεων επισκέφθηκε μια ομάδα περίεργων όντων. Τη χώρα που το όνομα της άλλαξε πολλές φορές στην ιστορία, άλλοι την είπαν Φλυαρούπολη, άλλοι Μουσικόλοφο εξαιτίας του λόφου πάνω στον οποίο ήταν χτισμένη. Άλλοι πάλι μιλούσαν για τη χώρα των χαμένων φθόγγων, ονομασία που δόθηκε την εποχή που η χώρα δέχτηκε την επίσκεψη της παράξενης φυλής.

Ταξιδεύοντας λοιπόν αιώνες πριν συναντούμε τα μικροσκοπικά, αδύνατα, τριχωτά ανθρωπάκια που θύμιζαν καλικάντζαρους, αλλά δεν ήταν. Που θύμιζαν νάνους, αλλά το κορμί τους, φτιαγμένο θαρρείς από πλαστελίνη, έπαιρνε σχήματα και μορφές ανεξήγητες.

Εμφανίστηκαν στις κοιλάδες, στις λίμνες, στους ποταμούς, στα βράχια φορώντας κουκούλες πολύχρωμες. Μπορούν να φτιάχνουν το κορμί τους αστέρι, μπάλα, μικρό ανθρωπάκι, τυλιγμένοι στις κουκούλες τους άλλαζαν χρώματα. Η τροφή τους ήταν ήχοι, κάθε λογής. Λεξηφάγους τους ονόμασαν, καθώς καταβρόχθιζαν τους φθόγγους, τα σύμφωνα, τα φωνήεντα.

Ονομαστοί πέρασαν στην ιστορία ο Συμφωνάκιας κι ο Φωνηεντόπουλος, δυο κατακόκκινα, μικροσκοπικά τερατάκια που καταβρόχθιζαν τα σύμφωνα και τα φωνήεντα. Εκτός από τους αρχηγούς, ο Ρηματάκιας, ο Συνδεσμόπουλος, ο Προθεσίτης κι ο Αντωνυμίας ήταν κάποιοι από την παρέα των Λεξηφάγων.

kidlab-gr_000042-e1346659928857

Μεγάλος τους εχθρός ήταν ο άνεμος. Καταβροχθίζοντας κάθε ήχο, κάθε φθόγγο κάνανε τα ρυάκια να σιωπούν , έκλεβαν τις φωνές των πουλιών, το κροτάλισμα των ερπετών, τον παφλασμό των κυμάτων. Απ’ όπου περνούσε η φυλή ένα πέπλο σιωπής απλωνόταν.

Μεταμφιεσμένοι άλλοτε σε κουκουλοφόρους, άλλοτε σε καλικάντζαρους, κυνηγημένοι από το μεγάλο τους εχθρό, το άνεμο, κατάπιναν τους ήχους της βροχής, τους βρυχηθμούς του μπουρινιασμένου ουρανού. Μονάχα στο πέρασμα του ανέμου, στα σφυρίγματα ανάμεσα στις φυλλωσιές, ανήμποροι, πεινασμένοι το έβαζαν στα πόδια, χώνονταν στις φωλιές τους κάτω από τη γη για να σκαρφιστούν κανένα καινούργιο σχέδιο.

Περιπλανιόντουσαν λοιπόν, μέχρι που ο λόφος της Φλυαρούπολης αρθρώθηκε μπροστά τους. Ο πιο γενναίος και τολμηρός της φυλής, ο Ρηματάκιας, έδωσε το σινιάλο. Κόλλησαν τα αυτιά τους στο έδαφος, τα κοφτερά τους δοντάκια πρόβαλαν απειλητικά. Ο Μουσικόλοφος, η Φλυαρούπολη έγινε ο επόμενος στόχος τους.

Τα γύρω βουνά προστάτευαν το λόφο από τους ανέμους. Ο μεγάλος εχθρός τους ήταν δύσκολο να τους επιτεθεί. Ο Ρηματάκιας πρώτος άρχισε να δαγκώνει κάτι καλώδια. Ο Φωνηεντόπουλος πρόσταξε τη φυλή να μεταμορφωθεί σε μακρόστενα καλαμωτά ανθρωπάκια για να ζήσουν στα καλώδια της Φλυαρούπολης.

Λέξεις, φράσεις ολόκληρες ακούγονταν να τρέχουν ανάμεσα στα καλώδια. Ο κύριος ουσιαστικός ανήγγειλε μασουλώντας τη μαγική λέξη:

–          τηλέφωνο.
–          Θαυμάσιο μέρος για κολατσιό αναφώνησαν.

Στη Φλυαρούπολη άρχισαν τα προβλήματα. Μιλώντας στο τηλέφωνο άλλοτε έλειπαν οι προθέσεις, άλλοτε τα ρήματα, καμιά φορά χάνονταν ολόκληρες οι φράσεις. Άλλοτε ο Ρηματάκιας, άλλοτε ο Προθεσίτης, κυρίως όμως ο Συμφωνάκιας κι ο Φωνηεντόπουλος, οι πιο λαίμαργοι και καταστροφικοί, ροκάνιζαν το κολατσιό τους.

Όταν τα περίεργα όντα οργάνωναν συγκεντρώσεις οι λέξεις χάνονταν τελείως. Στην πόλη το κακό δεν έμεινε εκεί.

Ο Φωνηεντόπουλος ανακάλυψε τους κινηματογράφους, τις αίθουσες συνεδριάσεων, τις δημόσιες υπηρεσίες. Διευθυντές, υπάλληλοι, ηθοποιοί έβγαζαν περίεργες λέξεις – μόνο σύμφωνα.

Όταν μάλιστα ο Ουσιαστικός ανέβηκε στην κορφή του θεάτρου φράσεις γεμάτες ρήματα αναστάτωσαν τη Φλυαρούπολη. Το κακό μεγάλωσε όταν ο Συμφωνάκιας με τον Ρηματάκια, μεταμορφωμένοι σε στρογγυλές ιπτάμενες μπάλες, άρχισαν να μπαίνουν ανάμεσα σε κατοίκους, μέσα σε σπίτια, γύρω στους δρόμους.

Στην παράξενη πεινασμένη φυλή των Λεξηφάγων τα σκυλιά σταμάτησαν να γαυγίζουν. Κανείς δεν ξυπνούσε από τα λάλημα του πετεινού, τα πουλιά έχασαν τη φωνή τους χτυπώντας απελπισμένα στα κλουβιά τους. Τα φρέσκα αυγά εξαφανίστηκαν καθώς οι κότες τα γεννούσαν σιωπηλά. Η φυλή ακόνιζε τα κοφτερά της δόντια βαρυστομαχιάζοντας κάθε μέρα. Το πάρτι έδιναν και έπαιρναν. Συμμορίες ολόκληρες από ιπτάμενες μπάλες γλεντούσαν καταβροχθίζοντας τις λέξεις.

Οι κάτοικοι της Φλυαρούπολης βρέθηκαν σε απόγνωση. Άρχισαν να συνεννοούνται με νοήματα, με κινήσεις των χεριών, των ποδιών, του προσώπου. Ανακάλυψαν τα χαμόγελα, την παντομίμα, τα φιλιά, τις αγκαλιές, τα δάκρυα, τις γκριμάτσες. Ο λόφος της μουσικής, η Φλυαρούπολη έγινε ένα σιωπηλό, ήσυχο τοπίο. Οι κάτοικοι άλλαζαν τις ταμπέλες των καταστημάτων των οδών. Οι διευθυντές, οι τραγουδιστές, οι μουσικοί άλλαζαν επάγγελμα. Καινούρια επαγγέλματα όπως δάσκαλοι νευμάτων, δάσκαλοι αγκαλιάς, σκηνοθέτες βουβού κινηματογράφου, τεχνικοί παντομίμας ανθούσαν στον σκοτεινό λόφο. Οι ζωγράφοι, οι φωτογράφοι, οι σχεδιαστές μόδας έγιναν περιζήτητοι. Τα χρώματα έπαιρναν αξία, ενώ τα ηλιοβασιλέματα, το ουράνιο τόξο, το φεγγάρι μπήκαν στη ζωή της πάλαι ποτέ Φλυαρούπολης.

Όσο για τη συμμορία μας, οι αρχηγοί της αχόρταγοι, σχεδίαζαν λουκούλλεια γεύματα καθημερινά. Παρά τις ανησυχίες του Σοφολέξη, του πιο γηραλέου από τη φυλή, οι υπόλοιποι έτρωγαν ασταμάτητα.

–          ο εχθρός μας είναι ο άνεμος. Έλεγε και ξαναέλεγε.
–          «Σκάσε και Τρώγε». Ήταν η απάντηση του Ρηματάκια.

Η αφθονία των λέξεων έκανε τους μικρούς επισκέπτες να αγνοήσουν την εξυπνάδα του μεγάλου εχθρού. Νιώθοντας ξέγνοιαστοι από το γεγονός ότι τεράστια βουνά προφύλαγαν το Μουσικόλοφο από τους ανέμους, στρώθηκαν στο κολατσιό τους, στις διασκεδαστικές ιστορίες που δημιουργούσαν, χωρίς να σκέφτονται.

Ήταν η σειρά του ανέμου να πάρει την εκδίκηση του. Ίσως η τύχη, ίσως η εξυπνάδα του άλλαξε τη ζωή της Φλυαρούπολης.

Μια μέρα ένας λαχανιασμένος πιτσιρίκος άρχισε να μιλά στα άλλα παιδιά. Η ανάσα του γρήγορη, γινόταν πανοπλία στις λέξεις που έβγαιναν από τα χείλη του. Ένας νέος που έκλαιγε με αναφιλητά γιατί την μέρα του γεμάτου φεγγαριού έχασε την αγαπημένη του, άφησε τις λέξεις των θρήνων του να ακουστούν σε όλη την πόλη.

Ο Ρηματάκιας πρώτος κατάλαβε τι γινόταν. Η ανάσα των ανθρώπων, η λαχτάρα τους, η λαχτάρα των χειλιών, του ερωτευμένου νέου, το τρεχαλητό, η ανάσα της παιδικής ψυχής, η ανάσα του αναφιλητού του θρήνου γινόταν άνεμος. Ο μεγάλος εχθρός κατόρθωσε και μπήκε στα σύνορα της πόλης.

Ο γερο-Σοφολέξης ετοίμαζε τα πράγματα του. Οι κάτοικοι αγκαλιασμένοι μιλούσαν ανάμεσα σε απανωτά φιλιά, ανάσαιναν ο ένας δίπλα στον άλλο, τα παιδιά έτρεχαν πέρα δώθε φωνάζοντας. Οι κάτοικοι έφτιαξαν στην πόλη τεράστιους μύλους.

Οι μύλοι της ανάσας, των φιλιών , των θρήνων μέσα σε λίγες μέρες στήθηκαν σε κάθε γειτονιά. Η ανάσα στριφογύριζε στα πανιά του, οι λέξεις κάτω από την πανοπλία του μεγάλου εχθρού, απλώθηκαν ξανά στην πόλη. Ανακατευτήκαν με τα χρώματα, με τα κορμιά που αγκαλιαζόντουσαν, με τα φιλιά, τα νεύματα. Οι ηθοποιοί, οι μουσικοί, οι τραγουδιστές ξανάπιασαν δουλειά παρέα με τους ζωγράφους. Οι ανεμόμυλοι επανδρωθήκαν από χιλιάδες κατοίκους. Η περίεργοι συμμορία μαζεύτηκε μπρος στο κίνδυνο του μεγάλου εχθρού στις τηλεφωνικές γραμμές κάτω από το έδαφος. Πεινασμένοι τυλίχτηκαν στις κουκούλες του. Ο Συμφωνάκιας, ο Φωνηεντόπουλος, ο Ρηματάκιας ροκάνιζαν τις τελευταίες τηλεφωνικές συνομιλίες.

Οι άνθρωποι μιλούσαν με την ανάσα τους, με την ανάσα που έβγαινε από την ψυχή τους. Οι   ανεμόμυλοι πλήθαιναν.

Ακόμη και οι μινιατούρες τους συνόδευαν τα καινούρια τηλέφωνα. Ένα φιλί ή μια βαθειά ανάσα ήταν αρκετά για να προστατέψουν τον Φωνηεντόπουλο και τον Ρηματάκια μια τηλεφωνική συνομιλία. Να διώξουν τους περίεργους επισκέπτες από τους δρόμους.

–          ο μεγάλος εχθρός μας νίκησε, είπε ο Σοφολέξης.

Οι Λεξηφάγοι μέσα σε πολύχρωμες κουκούλες τους κατηφόριζαν το Μουσικόλοφο αναζητώντας καινούριο χώρο για να καταβροχθίσουν τις λέξεις, τα σύμφωνα, τα φωνήεντα, τα ρήματα τις φωνές των ζωών και των πουλιών. Ο λόφος της ανάσας, των φιλιών, των αγκαλιασμάτων, των λαχανιασμένων λέξεων, θα μείνει στην ιστορία. Ο λόφος με τους ανεμόμυλους, ο λόφος με τα χαρούμενα, λαχανιασμένα ονόματα των βουνών. Ο λόφος που πλακόστρωτα είναι γεμάτα χαμόγελα, λαχανιασμένες παιδικές λεξούλες σε κάθε σοκάκι.

Η φυλή των Λεξηφάγων, λένε ότι ζει ακόμα, περιπλανιέται όπως και ο άνεμος, με τον Ρηματάκια, τον Συμφωνάκια, τον Φωνηεντόπουλο πάντα πεινασμένους, χωμένους σε πολύχρωμες κουκούλες, να κυνηγάνε τις λέξεις, να καταβροχθίζουν τους ήχους, να κρύβονται από τα μελτέμια, τους νοτιάδες, να κυνηγιούνται από τους αέρηδες.

Γεώργιος Κοκκίνης
Παιδοψυχίατρος